ΜΟΝΗ ΒΛΑΤΑΔΩΝ
δημοσιεύθηκε στις 07/02/2014

Στο βορειοανατολικό άκρο των βυζαντινών κάστρων της μακεδονικής πρωτεύουσας, στην λεγόμενη «παλιά πόλη» της Θεσσαλονίκης και δεξιά της μεσαίας πύλης της ακροπόλεως (την επονομαζόμενη και «πορτάρα»), βρίσκεται η ιστορική, Ιερά Βασιλική, Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή Βλατάδων. Χτισμένη πάνω σε βραχώδες και κατηφορικό έδαφος, η Ιερά Μονή είναι ορατή από όλη τη Θεσσαλονίκη, ενώ η πανοραμική θέα που απολαμβάνει ο προσκυνητής είναι εξαίσια.
Στο μέρος όπου βρίσκεται σήμερα η Μονή, στους βυζαντινούς χρόνους υπήρχαν λατομεία, γι' αυτό και η γειτονική Μονή του Οσίου Δαβίδ ονομάζεται και «Λατόμου». Πιθανόν να υπήρχε στο χώρο παλαιότερος πρωτοχριστιανικός ναός. Σύμφωνα με την παράδοση, στο χώρο της Μονής, κήρυξε ο Απόστολος των Εθνών Παύλος, προς τους Θεσσαλονικείς το 51 μΧ. Κτήτορες της Ιεράς Μονής είναι οι αδελφοί Δωρόθεος και Μάρκος Βλατής, μαθητές και φίλοι του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης. Την ακριβή ημερομηνία ιδρύσεως της Μονής δεν την γνωρίζουμε, αλλά σύμφωνα με ιστορικές αναφορές πρέπει να ιδρύθηκε περί το 1351. Με χορηγία της Άννας Παλαιολογίνας και βασιλικό χρυσόβουλο, ανακηρύχθηκε ως Βασιλική και με σιγίλλιο του Οικουμενικού Πατριάρχη Νείλου, ανακηρύχθηκε ως Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή. Με την πρώτη κατάληψη της Θεσσαλονίκης από τους Τούρκους, το 1387, το Καθολικό μετατράπηκε σε τζαμί ενώ με τη δεύτερη κατάληψή της, το 1430, το μοναστήρι αφέθηκε να λειτουργήσει κανονικά ως μοναστικό καθίδρυμα καθ' όλη την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Στα τέλη του 16ου αιώνος και μέχρι τα μέσα του 17ου αιώνος, η μονή προσπάθησε να συντηρηθεί και να συνεχίσει την πορεία της, παρά τις πολλές και δύσκολες συνθήκες των εποχών. Τα Πατριαρχικά προνόμια της Μονής διατηρήθηκαν καθ' όλη την ιστορική της πορεία. Από το 1714 έως το 1836, οκτώ ηγούμενοι συνεπικουρούμενοι και από τους λαϊκούς επιτρόπους προσπάθησαν να διαφυλάξουν τη Μονή, ανακαινίζοντας τις εγκαταστάσεις της.
Στα μέσα του 19ου αιώνα το Οικουμενικό Πατριαρχείο αντικατέστησε τις λαϊκές επιτροπές διοίκησης των πατριαρχικών, σταυροπηγιακών μονών και επανέφερε το θεσμό της ηγουμενίας. Ηγούμενοι της Ιεράς Μονής κατά τα νεότερα χρόνια διετέλεσαν οι: Νικηφόρος Δημητριάδης (1866 – 1870), Καλλίνικος Θεολογίδης (1871 – 1892), Καλλίνικος Γεωργιάδης (1892 – 1923), Ιωακείμ Ιβηρίτης (1923 – 1940), Παγκράτιος Ιβηρίτης (1940 – 1966), Στυλιανός Χαρκιανάκης (1966 – 1975, νυν Αρχιεπίσκοπος Αυστραλίας), Μητροπολίτης Αίνου Απόστολος Παπαϊωάννου (1975 – 1976), Μητροπολίτης Πισιδίας Ιεζεκιήλ Τσουκαλάς (1976 – 1977), Νικόδημος Αναγνώστου (1977 – 1980, νυν Μητροπολίτης Ιερισσού, Αγίου Όρους & Αρδαμερίου) και ο Επίσκοπος Ελαίας, Θεοδώρητος Τσιριγώτης (1980 – 1985).
Μετά τις λεηλασίες που υπέστη η Μονή το 1387 και το 1821, στο σκευοφυλάκιο – μουσείο της υπάρχουν αποθησαυρισμένα τα ιερά λείψανα των Αγίων: Γρηγορίου του Θεολόγου, Αθανασίου, Ιακώβου του Πέρσου, Προκοπίου, Μοδέστου και Αναργύρων. Σε ξεχωριστές θήκες φυλάσσονται τρία τεμάχια του Αγίου Ποτηρίου του Μυστικού Δείπνου του Κυρίου. Εκτός των πολυτίμων λειψάνων, στο σκευοφυλάκιο της Μονής υπάρχουν πολλές φορητές εικόνες μεγάλης καλλιτεχνικής και ιστορικής αξίας, που προέρχονται από το Καθολικό της Μονής και τους ναούς των μετοχίων της, ιερά σκεύη, σταυροί αγιασμού, αργυρά θυμιατά, επιστήθιοι σταυροί, βαρύτιμα ευαγγέλια, κ.α. Στο σκευοφυλάκιο της Μονής, επίσης, φυλάσσεται μεγάλη συλλογή χειρογράφων που αποτελείται από 93 κώδικες και καλύπτει βιβλιογραφικά μία περίοδο από τον 10ο έως τον 19ο αιώνα. Αυτοκρατορικά χρυσόβουλα, πατριαρχικά σιγίλλια και τουρκικά φιρμάνια, είναι μερικά από τα κυριότερα έγγραφα που υπάρχουν στο αρχείο της Μονής.
Οι κτιριακές εγκαταστάσεις της Μονής εκτείνονται σε μία έκταση 22 στρεμμάτων. Το Καθολικό της είναι ρυθμού σταυροειδούς μετά τρούλου και είναι το μόνο κτίσμα που υπάρχει από την εποχή της ιδρύσεώς της. Ο Ναός υπέστη πολλές και σοβαρές αλλοιώσεις κατά την πάροδο των αιώνων. Η μεγαλύτερη έγινε όταν μετατράπηκε σε τζαμί από τους Τούρκους κατακτητές της Θεσσαλονίκης, το 1387. Η τελευταία ανακαίνισή του έγινε το 1982, μετά το καταστρεπτικό σεισμό, του 1978. Οι τοιχογραφίες του Καθολικού είναι των τελών του 14ου και των αρχών του 15ου αιώνος, αλλά οι περισσότερες δεν σώζονται σε καλή κατάσταση, διότι έχουν καταστραφεί από τα σφυροκοπήματα για να κολλήσει το επίχρισμα των Τούρκων, που ήθελαν να εξαφανίσουν από τους τοίχους τις μορφές των Αγίων μας. Το 1894 και το 1907, έγιναν οι πρώτοι καθαρισμοί των τοιχογραφιών και βρέθηκαν αυτές οι παραστάσεις που υπάρχουν και σήμερα. Στο πίσω μέρος του Καθολικού, βρίσκεται ο τάφος του παλαιού Σχολάρχη της Ιεράς Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, μακαριστού Μητροπολίτου Ικονίου κυρού Ιακώβου Στεφανίδη. Απέναντι από την είσοδο του Καθολικού βρίσκεται το σκευοφυλάκιο βυζαντινίζοντος ρυθμού, το οποίο κτίσθηκε με δωρεά του Αναστάσιου Μυσίρλογλου, το 1937. Δίπλα στη νότια πύλη της Μονής βρίσκεται το Ηγουμενείο, βυζαντινίζοντος ρυθμού και αυτό, που ανοικοδομήθηκε το 1926, στη θέση που βρισκόταν και το παλαιό ηγουμενείο. Ανακαινίσθηκε το 1985. Νοτιοδυτικά του Καθολικού υπάρχει το παρεκκλήσιο της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, το οποίο κτίσθηκε με δωρεά του Αναστάσιου Μυσίρλογλου, το 1937. Στον προαύλειο χώρο της Μονής και στο δεξιό μέρος της εισόδου, υπάρχει το βιβλιοπωλείο, ο ξενώνας και το κτήριο του Μουσείου – Σκευοφυλακίου. Στους χώρους της Μονής στεγάζονται και οι κτηριακές εγκαταστάσεις του Πατριαρχικού Ιδρύματος Πατερικών Μελετών (γραφεία διοίκησης, βιβλιοθήκη, σπουδαστήρια, αμφιθέατρο).
Ηγούμενος της Ιεράς Μονής από το 1985 μέχρι σήμερα, είναι ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Τυρολόης και Σερεντίου κ. Παντελεήμων Ροδόπουλος, ομότιμος καθηγητής της Θεολογικής Σχολής, πρώην πρύτανης του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και Αντιπρόεδρος του Πατριαρχικού Ιδρύματος Πατερικών Μελετών. Το Ιερό Θυσιαστήριο της Ιεράς Μονής διακονούν ο Διδάκτωρ Θεολογίας, Αρχιμανδρίτης π. Νικηφόρος Ψυχλούδης και οι εφημέριοι π. Φίλιππος Ζυμάρης και π. Πέτρος Κονόνιουκ. Στο ξενώνα της Μονής σήμερα διαβιούν ξένοι Ορθόδοξοι σπουδαστές, που φοιτούν την ιερά επιστήμη στη Θεολογική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης σε προπτυχιακά και μεταπτυχιακά προγράμματα σπουδών και σε σεμινάρια εκμάθησης ελληνικής γλώσσας. Στη Μονή στεγάζεται ο κόμβος και η επιτροπή διαδικτύου της ηλεκτρονικής ιστοσελίδας του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Η Μονή στο διάβα της ανά τους αιώνες έχει να επιδείξει μια λαμπρή ιστορία και στο κατώφλι του 21ου αιώνα, είναι ένας αείφωτος φάρος της ιεράς επιστήμης, της ορθόδοξης θεολογίας. Η Μονή πανηγυρίζει τη δεσποτική εορτή της Θείας Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Χριστού, την 6η Αυγούστου.
Επικοινωνία: Ιερά Βασιλική, Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή Βλατάδων, Επταπυργίου 64, 546 34, Θεσσαλονίκη, τηλ: 2310.209.913, fax: 2310.246.349.
επιστροφή